ταρταρούγα

ταρταρούγα
η оправа для очков из черепашьего панциря

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ταρταρούγα" в других словарях:

  • ταρταρούγα — και ταρταρούγκα, η, Ν 1. χελώνα, ιδίως θαλάσσια 2. (κατ επέκτ.) όστρακο χελώνας 3. συνεκδ. κόσμημα ή άλλο αντικείμενο που κατασκευάζεται από το παραπάνω υλικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. tartaruga «χελώνα»] …   Dictionary of Greek

  • ταρταρούγα — η (λ. ιταλ.), χελωνόστρακο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βεντάλια — Αντικείμενο ποικίλης ύλης και σχήματος που χρησιμεύει για την πρόκληση ελαφριάς κίνησης του αέρα, με σκοπό την ανακούφιση από τη ζέστη. Ο συνήθης τύπος αποτελείται από μερικές λεπτές βέργες που συγκρατούνται ακτινωτά στο κατώτερο σημείο τους και… …   Dictionary of Greek

  • πένα — Γραφίδα από φτερό ή μεταλλική. Π. λέγεται και ο κονδυλοφόρος. Η π. αναφέρεται για πρώτη φορά στα χρόνια του βασιλιά των Οστρογότθων Θεοδώριχου. Ο Θεοδώριχος ήταν αγράμματος και για να υπογράφει χρησιμοποιούσε ένα διάτρητο έλασμα, ανάμεσα στις… …   Dictionary of Greek

  • χέλυο — το / χέλυον, ΝΑ [χέλυς, υος] το όστρακο τής χελώνας, κν. γνωστό σήμερα ως καύκαλο ή καβούκι, καθώς και με την εμπορική ονομασία ταρταρούγα …   Dictionary of Greek

  • όστρακο — Το σκληρό και ανθεκτικό κέλυφος, το οποίο περιβάλλει ολικά ή τμηματικά το σώμα διαφόρων ζώων και ιδιαίτερα των μαλακόστρακων και των μαλακίων. Βλ. λ. κοχύλι ή όστρακο. Όστρακον του 5ου π.Χ. αιώνα, με το όνομα του Θεμιστοκλή. (Αθήνα, Μουσείο… …   Dictionary of Greek

  • Σαιντ Πίτερσμπεργκ — (Saint Petersburg). Πόλη (περ. 238 629 κάτ.) των ΗΠΑ στην πολιτεία της Φλόριδας. Είναι χτισμένη στη νοτιοανατολική ακτή της χερσονήσου Πινέλας, στην είσοδο του κόλπου Τάμπα. Την αποκαλούν συνήθως «Σάνσαϊν Σίτυ» (= Ηλιόλουστη Πόλη), για το μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • όστρακο — το 1. σκληρό στερεό περίβλημα διάφορων ασπόνδυλων ζώων (χελώνας, αστακού, κοχυλιών κτλ.). 2. η βιομηχανική ύλη που κατασκευάζεται από όστρακα ή και χημικώς, αλλ. ταρταρούγα. 3. κομμάτι από κεραμίδι ή αγγείο πήλινο. 4. πινακίδιο από κεραμίδι όπου… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»